| Στην Οδύσσεια (9.5) ο Ομηρος βεβαιώνει : |
| Μετάφραση Αργ. Εφταλιώτη |
Το πεύκο είναι αφιερωμένο στον Δενδρίτη ΔΙΟΝΥΣΟ επειδή γλυκαίνει τον οίνο. Λέγεται ότι εκεί όπου αφθονούν τα πεύκα παράγεται γλυκύτερο κρασί. Η εξήγηση είναι ότι το πεύκο διοχετεύει στο έδαφος ουσίες που βοηθούν την καλλιτέρευση της ποιότητας και την διατήρηση του οίνου. Πολλοί μάλιστα προσθέτουν ρετσίνι. (Πλουταρ. Συμποσιαστών 676Α)
Ενα από τα παλαιότερα ονόματα της Αίγινας ήταν Οινοπία. (Πίνδαρ. Ισθ. 8.21)
Ο Σέλευκος, Ελληνας γραμματικός από την Αλεξάνδρεια μελετήτης του Ομήρου, που έζησε στην Ρώμη στα χρόνια του Αυγούστου Τιβερίου, αναφέρει ότι τα παλαιά χρόνια οι άνθρωποι δεν θεωρούσαν σωστό να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες κρασιού ή να απολαμβάνουν κάθε είδους φιληδονίες, εκτός από ό,τι ήταν επιτρεπτό, το οποίο θα τιμούσε τους θεούς. Ως εκ τούτου ωνόμαζαν τις προσφορές προς τους θεούς Θοίνας, Θαλείας και Μέθας.
Η Θοίνη ήταν αναγκαία κατανάλωση οίνου προς τιμήν του θεού.
(Θοίνη, πιθανόν θεοί + οίνος).
Η Θαλεία ήταν η συνάθροιση όλων με σκοπό να λαμπρύνουν τον θεό. Αυτό ήταν ακριβώς το "δαίτα θαλείαν" δηλαδή τράπεζα με εξαιρετικά πλούσια φαγητά. Δαίς, δαιτύς = δείπνο, συμπόσιο, ευωχία.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι το ρήμα μεθύω προέρχεται από την χρήση του οίνου μετά την θυσία (μετά το θύειν). (Αθήν. 2.40c)

Στην Ιλιάδα (6.261) η Εκάβη προσφέρει στον υιό της Εκτορα γλυκό κρασί, πρώτα να κάνει σπονδή στον πατέρα ΔΙΑ και ύστερα να πιή ο ίδιος. "Τον κουρασμένο άνθρωπο το κρασί πολύ τον δυναμώνει", του προσθέτει.
Ο Ομηρος περιγράφει πώς παρασκεύασε τον κυκεώνα η Εκαμήδη.
Στο ποτήρι του Νέστορα ανακάτωσε νερό με Πράμνιο κρασί, έξυσε με χάλκινη ξύστρα κατσικίσιο τυρί και πασπάλισε άσπρο κριθαρένιο αλεύρι. (Ιλ. 11.635)
Στην Ικαρία υπάρχει ένας βράχος ο οποίος στην αρχαιότητα έφερε το όνομα Πράμνος (σημερ. Νικαριού). Δίπλα του υπάρχει ένα υψηλό βουνό. Τ' αμπέλια που φύτρωναν επάνω του έδιναν δυνατό, πικρό ερυθρό κρασί. (Αθήν. 1.30c)
Ο Ομηρος επαινεί εκείνο το κρασί το οποίο επιδέχεται αρκετή πρόσμειξη ύδατος. Οσο το κρασί παλιώνει επιτρέπει περισσότερη πρόσμειξη επειδή γίνεται θερμότερο. (Αθήν. 1.26)
Να εκθειάζης το παλιό κρασί και τις ομορφιές των νεώτερων τραγουδιών. (Πινδ. Ολυμπ. 9.48)
Στην Ιλιάδα (9.71) ο Νέστορας λέει στον Διομήδη, αυτόν που γνωρίζει πώς δαμάζονται τα άλογα: "Γεμάτες είναι οι σκηνές σου από κρασί που σου φέρνουν τα καράβια από την Θράκη".
Για τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, ο γιος του Ιάσονα παρήγγειλε να φέρουν στο στρατόπεδο των Αχαιών της Τροίας, χίλια λαγήνια κρασί. (Ιλ. 7.467)
Τα κρασιά της Θράκης ήταν θαυμαστά και περιζήτητα. (Αθήν. 1.31b)
Είναι γεγονός ότι το παλιό κρασί δεν είναι μόνο ευχάριστο στην γεύση, είναι καλύτερο και για την υγεία. (Αθήν. 1.26a)
Στην Λέσβο το γλυκό κρασί που παράγουν το ονομάζουν Πρότροποή Πρόδρομο σύμφωνα με τον Αθήναιο. (1.30b)
Ο Αθήναιος (1.30 f) διηγείται ότι ο Αρχίλοχος συγκρίνει το κρασί της Νάξου με το νέκταρ των Θεών.
Ενα από τα παλαιότερα ονόματα της Αίγινας ήταν Οινοπία. (Πίνδαρ. Ισθ. 8.21)
Ο Κορίνθιος οίνος έλεγαν ότι ήταν σκληρός. (Αθ. 1.30f)
Ο καλούμενος Πόλλιος οίνος ήταν το γλυκό κρασί των Ελλήνων της Σικελίας. (Αθ. 1.31b)
Οι Τροιζήνες αποκαλούσαν τα κρασιά τους Ανθηδονιάς και Υπερειάς από κάποιους Ανθο και Υπερο. (Αθ. 1.31c)
Υπήρχε κρασί ονόματι Αλθηφιάς από κάποιον Αλθήφιο, απόγονο του Αλφειού. (Αθ. 1.31c)
Στην Κω και στην Ρόδο έβαζαν θαλασσινό νερό μέσα στο γλεύκο επειδή νόμιζαν ότι αυτό το μίγμα του κρασιού θα χωνεύεται ευκολότερα και δεν θα προκαλή την μέθη. Σε πενήντα κανάτια γεμάτα γλεύκος αν προσθέσουμε ένα κανάτι θαλασσινό νερό το κρασί γίνεται ανθοσμίας (bouquet). Αλλά από νέα αμπέλια και όχι από παλαιά ο ανθοσμίας οίνος γίνεται ισχυρότερος. (Αθήν. 1.32a-e)
Στην Σάμο, όπου υπήρχε η λατρεία του ΔΙΟΝΥΣΟΥ, το γόνιμο έδαφος και το ήπιο κλίμα ευνοούν την καλλιέργεια εξαιρετικής ποιότητας αμπελιών, τα οποία, στην αρχαιότητα, έδιναν τον ξακουστό Ανθοσμία οίνο (bouquet). Σήμερα είναι ονομαστό το εξαίρετο Σαμιώτικο μοσχάτο κρασί.
Ο Θεόφραστος διηγείται ότι το κρασί το οποίο προσφέρουν στο πρυτανείο της Θάσου έχει θαυμάσια γεύση, επειδή μέσα σ' αυτό προσθέτουν φύραμα παρασκευασμένο με μέλι. Προσθέτει δε ότι εάν αναμιχθή σκληρό κρασί και εύοσμο μαλακό όπως ο Ηρακλειώτης οίνος ή ο Ερυθραίος ο πρώτος δίνει την μαλακότητα και ο δεύτερος την μυρωδιά. (Αθήν. 1.32a-b)
Ο Αθήναιος διακρίνει το κρασί σε λευκό, γλυκύ, κιρρό (κίτρινο), αυθιγενές (φυσικό), ηδύ. Η καπνία άμπελος δίνει σκουρόχρωμο κρασί. Το καλύτερο του είδους ήταν ο καπνίας οίνος της Ιταλικής πόλεως Βενεβέντο. (1.31e 32c 4.131f)
Ο λευκός οίνος είναι διουρητικός, λεπτότατος και θερμός, ο κιρρός είναι ξηρός και διευκολύνει την πέψη των τροφών. Ο μέλας όταν δεν έχη γλυκειά γεύση, είναι θρεπτικότατος. Το κρασί της Μύνδου και της Αλικαρνασσού το οποίο είναι μίγμα θαλασσινού νερού δεν προκαλεί πονοκέφαλο και βοηθάει στην κατεργασία των τροφών. (Αθήν. 1.32, 33)
Την πιό ευχάριστη γεύση είχε το κρασί της Χίου ο καλούμενος Αριούσιος οίνος . (Αθήν. 1.32f Πλουτ. ηθ. 1099Β)
Ο Αλκμάν αναφέρει ότι ο άψητος ευωδιαστός οίνος προέρχεται από τους Επτά Λόφους, τοποθεσία έξω από την Σπάρτη. Στην Λακωνία κοντά στην Πιτάνη ήταν ονομαστό το κρασί Δένθις ή Οινουντιάδα ή Καρύστιο ή Ονογλι ή Σταθμίτη. (Αθήν. 1.31c)
Αμφίας ήταν ο μέτριος οίνος (λεξικό Σούδα).
Καρηβαρίτη αποκαλούσαν το χυδαίο κρασί και καρηβαρία έλεγαν την μέθη. (λεξικό Σούδα)
Τρίμα ωνόμαζαν τα ευωδιαστά κρασιά. (Αθήν. 1.31e)
Αίθοπα αποκαλούσαν το κρασί εκείνο που προκαλούσε θερμότητα και είχε σκούρο χρώμα. (Ησυχίου)
Ονομαστός ήταν και ο Φλιάσιος οίνος. (Αθήν. 1.27d)
Ο Μελιτίτης ή Μελίττιος Λευκάδιος οίνος ήταν κατασκευασμένος με μέλι. (Αθήν. 1.29a λεξ. Γ. Πάπε)
Ο Ψίθιος οίνος ήταν άκρατος και γλυκύς. (Αθήν. 1.28f)
Οι Τήιοι ισχυρίζονταν ότι μέχρι τους μεταγενέστερους χρόνους υπήρχε στην πόλη τους κάποια πηγή από την οποίαν έρρεε ευωδιαστό κρασί. (Διοδ. Σικ. 3.66)
Τα κρασιά της Κρήτης ήταν ονομαστά από την Μινωϊκή εποχή και περιζήτητα από τον τότε γνωστό κόσμο.
Στην Αίγυπτο έχουν βρεθή πιθάρια τα οποία περιείχαν κρασί από την Ελλάδα.
Ο Μενδαίος οίνος από την Μένδη (πόλη στην χερσόνησο της Παλλήνης, Κασάνδρας) ήταν λευκός και απαλός. Ο φιλόσοφος Φαινίας ο Ερέσιος έλεγε ότι οι Μενδαίοι ράντιζαν τα σταφύλια επάνω στα κλήματα με ελατήριο δηλαδή, κάποια καθαρτική ουσία ώστε το κρασί να γίνεται μαλακό. (Αθ. 1.29f)
Τον μήνα Ανθεστηριώνα (Φεβρουάριος - Μάρτιος ) οι Ιωνικές πόλεις γιόρταζαν τα Ανθεστήρια. Την πρώτη ημέρα την αποκαλούσαν Πιθοίγια. Ηταν το ωρίμασμα του κρασιού. Είχαν σφραγίσει τα πιθάρια από την εποχή του τρύγου και το κρασί είχε υποστεί την ζύμωση. Την ίδια εποχή προσέφεραν τον πρώτο καρπό στο ιερό το οποίο άνοιγε την ώρα που έδυε ο ήλιος. (Πλουταρ. Ηθ. 655Ε)
Εβαζαν το νέο κρασί μέσα στις οινοχόες και το πήγαιναν στο εν Λίμναις ιερό του ΔΙΟΝΥΣΟΥ. Εκεί αφού αναμίγνυαν το κρασί με τον νερό, έκαναν σπονδές πριν δοκιμάσουν το κρασί ώστε αυτό να είναι αβλαβές και σωτήριο γι' αυτούς και ύστερα άρχιζαν την οινοποσία.
Οι κάτοικοι της Ανδρου ισχυρίζονταν ότι στην γιορτή του ΔΙΟΝΥΣΟΥ την οποία τελούν κάθε δύο χρόνια βρίσκουν κρασί μέσα στο ιερό του θεού. (Παυσ. 6.26.2)
Ο Στάφυλος (ιστοριογράφος Ναυκρατίτης) διηγείται ότι ο Μελάμπους ήταν ο πρώτος που επινόησε την ανάμιξη του οίνου με το νερό. (Αθήν. 2.45c)
Σταφύλι, ο καρπός της αμπέλου. Βότρυς. Ιλ. 18.561 Οδυσ. 5.69.
Σταφυλοκόμος, αμπελουργός.
